Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

"Πέτρινα Χρόνια"

Λέτε να έρθουν πάλι αυτά που -κινηματογραφικά- ονομάζουμε «πέτρινα χρόνια»; Λέτε να έρθει η περίοδος που μια ομάδα με πάθος, με μαγκιά, με καλό έως πολύ καλό κατά διαστήματα ποδόσφαιρο, με οπαδούς -κυρίως αυτούς- με αξιοπρέπεια αθλητική, με ποδοσφαιριστές σαν τον Ντέταρι, τον Λιτόφτσενκο, τον Προτασόφ, τον Αναστόπουλο, και άλλους της ίδιας εμβέλειας με προπονητές σαν τον Μπλαχίν και τον Πέτροβιτς, θα κατακτήσει μέσα σε δέκα ολόκληρα χρόνια μόνο δύο Κύπελλα; Λέτε να ξαναγίνει τόσο δυσώδες το ελληνικό ποδόσφαιρο όπως εκείνες τις εποχές; Εποχές που οι νόμοι του ελληνικού κράτους είχαν γίνει κουρελόχαρτα. Που κάποιος ποδοσφαιριστής ονόματι Ευστράτιος Αποστολάκης υπέγραφε διπλά συμβόλαια, αλλά δεν τον τιμωρούσε κανείς. Που ο πρόεδρος του Παναθηναϊκού έμπαινε στο γήπεδο με πιστόλι ανά χείρας. Που ο ίδιος πρόεδρος έκανε σκουπίδι έξω από τα αποδυτήρια του Ολυμπιακού Σταδίου σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση κάποιον αστυνομικό ονόματι Ζουμπούλη. Που αγώνες του Ολυμπιακού διακόπτονταν στο τελευταίο πεντάλεπτο κι ενώ ο Ολυμπιακός είχε σίγουρη τη νίκη. Που αυτοί οι αγώνες επαναλαμβάνονταν ολόκληροι , ενώ για ίδιο συμβάν σε άλλο ματς τιμωρούσαν τον Ολυμπιακό με μηδενισμό και αφαίρεση βαθμών. Που ο εκμαυλιστής ποδοσφαιριστών και σωματείων είχε στην άμεση ιδιοκτησία του δύο ομάδες του πρωταθλήματος και στην έμμεση άλλες τέσσερις. Να τις μετρήσουμε; ΟΦΗ, Κόρινθος, Δόξα Δράμας, Αθηναϊκός, Απόλλωνας.
Που δρούσε ο αλήστου μνήμης διαιτητής Σπανέας και ο ακόμα αθλιότερος πρόεδρος της ΕΠΟ Τριβέλλας. Που δρούσαν μαζί τους οι Κυφωνίδης, Μπίκας, Ζακεστίδης, Μποζατζίδης, Αμπελάκιας, Λάτσιος, Τεβεκέλης, Φλώτσιος κ.ο.κ. Που έζεχνε το σκάνδαλο Χουαν Ραμόν Μπουμπλή, ύστερα το σκάνδαλο Ραούλ Αλβάρο Μπιστάκη, ύστερα το σκάνδαλο Κιάπε (και «Θαλή» φυσικά...) και πάει λέγοντας... Που ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της περιόδου, ο Πάρις Γεωργακόπουλος, αναγκαζόταν να σταματήσει το ποδόσφαιρο σε νεαρότατη ηλικία. Που ποδοσφαιριστές-εγκληματίες σαν τον Καλλιτζάκη έχαιραν απολύτου ασυλίας. Που η ανύπαρκτη δωροδοκία (με γούνες...) του διαιτητή Άνχελ Νιέτο (σα να λέμε του ευρωπαίου Σπανέα, Ζλατάνου, Βουράκη. Ακρίδα κ.λπ) χάριζε το «Κύπελλο Καλής Πορείας» στον «πρέσβη».
Που... που... που...
Λέτε πως μπορούν να επιστρέψουν πάλι εκείνα τα χρόνια;
Εγώ πάντως λέω πως όχι....

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Ο μαύρος, ο σκύλος, ο Χατζησκούλ...

Γιατί οι γαύροι ξέρουμε να τιμούμε και τους αντιπάλους: Σήμερα στο «Φως», κάτω-κάτω στην πρώτη σελίδα, υπάρχει η είδηση: «Έφυγε ο Χρήστος Χατζησκουλίδης». Αυτή είναι η μοναδική πρωτοσέλιδη αναφορά του υπερτροφικού αθλητικού μας τύπου για τον θάνατο ενός από τους χαρακτηριστικότερους ποδοσφαιριστές που πέρασαν από τα ελληνικά γήπεδα και σίγουρα του σημαντικότερου για την ομάδα του Αιγάλεω.
Ο Χρήστος Χατζησκουλίδης, ο «μαύρος», ο «ψηλός», ήταν εκπρόσωπος μιας γενιάς ποδοσφαιριστών που έπαιζαν πρωτίστως από πάθος για το ποδόσφαιρο, γιατί γούσταραν το παιχνίδι, από «καύλα» για τη μπάλα .
Βαρύ και σωματώδες σέντερ φορ έβαζε γκολ με τη σέσουλα κυρίως στα γήπεδα της Β’ Εθνικής που αγωνίστηκε για 10 περίπου περιόδους . Με 150 γκολ είναι ο δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών στη συγκεκριμένη κατηγορία, πίσω από τον Ηλία Χατζηελευθερίου που όμως αγωνίστηκε για 20 χρόνια στη Β’ Εθνική. Ο τρόπος του ήταν κυρίως η κεφαλιά. Λογικό αν σκεφτείς ότι με τα 190 εκατοστά του υπήρξε ένας από τους ψηλότερους ποδοσφαιριστές των πρωταθλημάτων μας. Το σωματικό του εκτόπισμα τον έκανε πολύ δυνατό στις μονομαχίες στον αέρα και -καθώς υπήρξε ο πρώτος έλληνας ποδοσφαιριστής που είχε τόσο δουλεμένη σωματοδομή, ανάλογη με εκείνη των σημερινών ποδοσφαιριστών- συνήθως και μάλιστα σε εποχές που το μαν-του-μαν ήταν όρος απαράβατος, δεν αρκούσε ένας αμυντικός για το μαρκάρισμά του, αλλά απασχολούσε τουλάχιστον δύο.
Ο Χρήστος γεννήθηκε στον Πειραιά και πρώτα-πρώτα έπαιξε μπάλα στον Απόλλωνα Ρέντη. Από εκεί στα 1971 μεταγράφηκε σε μια από τις πέντε καλύτερες ομάδες του Πειραιά, στον Ατρόμητο στα Καμίνια. Εδώ έμεινε για έξι χρόνια (πάντα στην Β’ Εθνική) μέχρι το καλοκαίρι του 1977 που βρέθηκε στον Α.Ο. Αιγάλεω στην πρώτη πια κατηγορία. Στην Α’ Εθνική με το «Σίτι» έπαιξε σε τρεις σεζόν, 1977-’78, 1978-’79 και 1983-’84 πετυχαίνοντας 16 γκολ ενώ στις υπόλοιπες χρονιές ακολούθησε το Αιγάλεω στην Β’ Εθνική όπου αναδείχτηκε πάντα πρώτος ή μέσα στους πρώτους σκόρερ της κατηγορίας, με καλύτερες περιόδους εκείνες του 1981-’82 (28 τέρματα, πρώτος σκόρερ και των δύο ομίλων) και 1982-’83 (24 γκολ, πρώτος σκόρερ στον Νότιο Όμιλο).
Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτά τα επιτεύγματα τα πετύχαινε παίζοντας συχνά στα μισούς αγώνες της σεζόν, τις περισσότερες φορές τιμωρημένος από τη διοίκηση του Αιγάλεω για πειθαρχικά παραπτώματα, στην ουσία τιμωρημένος γιατί διεκδικούσε κάποια εργασιακά δικαιώματα, όπως η δυνατότητα να μεταγραφεί σε κάποια από τις «μεγάλες» ομάδες που τον είχαν ζητήσει (κυρίως η ΑΕΚ). Ήταν τα χρόνια που οι ποδοσφαιριστές λίγο απείχαν από την κατάσταση του δουλοπάροικου με φεουδάρχη-αφέντη το (υποτίθεται) ερασιτεχνικό σωματείο...
Μετά από μια τέτοια προστριβή με τον Βίκτωρα Μητρόπουλο, πρόεδρο του Αιγάλεω, έφυγε οριστικά από την ομάδα, αλλά συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο σε μικρότερες κατηγορίες μέχρι τα 38 του χρόνια (η «καύλα» που λέγαμε) στα 1990. Εκεί τον συναντήσαμε πολλοί ποδοσφαιριστές της γενιάς μου-με το ανάλογο δέος από την πλευρά μας- σαν αντίπαλο στις μικρές κατηγορίες της Αθήνας και του Πειραιά.
Έπαιξε διαδοχικά σε Νεάπολη Πειραιά, Ακράτητο Άνω Λιοσίων, Φλόγα Περιστερίου και Αγία Ελεούσα.
Αργότερα θα προπονήσει τον Θεμιστοκλή Αθηνών (ομάδα που από τα τοπικά έφτασε στις εθνικές κατηγορίες), ενώ για ένα μικρό διάστημα θα είναι βοηθός του Γιώργου Χατζάρα στο "Σίτι".
Παντρεμένος με δύο παιδιά, ένα αγόρι που κληρονόμησε το ύψος και το κορμί του Χρήστου και παίζει μπάσκετ και ένα κορίτσι. Να ζήσουν να τον θυμούνται όπως όλοι εμείς που τον χαρήκαμε στα γήπεδα.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Μάγκας.


Λέει ο Θανάσης Σκρουμπέλος στο βιβλίο του για την παρουσία του μεγάλου δασκάλου Μάρτον Μπούκοβι στον Ολυμπιακό, πως την εποχή του οι γειτονιές είχαν όλα τα χρώματα. Ήταν και «κόκκινες» και «πράσινες» και «κίτρινες» και «μπλε». Σε κάθε γειτονιά υπήρχαν οπαδοί όλων των ομάδων και αναρωτιέσαι τι είναι εκείνο που έκανε τα παιδιά μιας συνοικίας στην Αθήνα, στην Λάρισα, στην Καλαμάτα ή στην Ξάνθη να γίνουν ολυμπιακοί. Γιατί κάποιος έγινε ΑΕΚτζής, ο άλλος παναθηναϊκός , ο τρίτος απολλωνιστής και ούτω καθεξής;
Για τους οπαδούς των υπολοίπων ομάδων δεν ξέρω. Υποθέτω βεβαίως κάποια πράγματα, κάποιους από τους μηχανισμούς που σε κάνουν φίλαθλο του ΠΑΟ ή της ΑΕΚ ή του Πανιώνιου ή του ΠΑΟΚ και του Άρη, αλλά ως μη οπαδός τους , ούτε τη βεβαιότητα έχω πως μαντεύω σωστά, ούτε και μ’ ενδιαφέρει στο φινάλε. Ξέρω πολύ καλά όμως γιατί γίναμε ολυμπιακοί. Και ο λόγος είναι απλούστατος και μοναδικός: Για τον χαρακτήρα αυτής της ομάδας, για τον ύφος της, για τη στάση της, για το στίγμα της στην ελληνική πραγματικότητα.
Λέει ο σύγγαυρος Τάσος Δαυϊδόπουλος σε πρόσφατη συζήτηση απευθυνόμενος σε οπαδό του Ολυμπιακού από τον Πειραιά: «εσύ έγινες ολυμπιακός γιατί γεννήθηκες στον Πειραιά, εγώ γεννήθηκα στον Σταθμό Λαρίσης κι έγινα γαύρος γιατί ο Ολυμπιακός ήταν η πιο μάγκικη ομάδα» και έτσι συνοψίζει το μόνο πραγματικό γενεσιουργό αίτιο της οπαδικής μας ένταξης.
Ολυμπιακοί γίναμε γιατί στην ομάδα αυτή αναγνωρίσαμε πάγια συστατικά που δεν βρήκαμε στις υπόλοιπες. Το θάρρος σε όλες τις συνθήκες και ενάντια σε κάθε πρόβλεψη και στατιστική (ακόμα και η χαρακτηρισμένη από τους άλλους ως υπερφίαλη φιλοδοξία να κατακτήσουμε ευρωπαϊκό τίτλο στο ποδόσφαιρο δείχνει το μέγεθος του θάρρους που χαρακτηρίζει τον σύλλογο και τους οπαδούς του). Η παρρησία στις δυσκολίες και η έλλειψη φόβου. Ο Ολυμπιακός είναι η πρώτη ομάδα που αντιμετώπισε συνθήκες συστηματικής βίας στην Ελλάδα με την κρατική ανοχή, αν όχι και με την στήριξη του κράτους, ήδη από τις εποχές της χούντας. Η προσήλωση στη νίκη και στον στόχο. Δεν είναι τυχαίο πως ο Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς είναι μακράν ο πλουσιότερος σε τίτλους σύλλογος της χώρας -και ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο. Ο Ολυμπιακός είναι νικητής, ποτέ η ομάδα ή ο φίλαθλός της δεν θα προτιμήσει μια ήττα, όσο τιμητική κι αν είναι, ποτέ δεν θα συμβιβαστεί μ’ αυτή. Ο γαύρος όταν χάνει δεν κοιμάται, άλλοι όταν χάνουν το ρίχνουν στον ύπνο και ενίοτε στην ....αδικία.
Δεν βρίσκω καλύτερη λέξη στην ελληνική γλώσσα για να εκφράσει όλα τα παραπάνω από το ουσιαστικό ΜΑΓΚΙΑ.
Για αυτό γίναμε λοιπόν ολυμπιακοί, γιατί ο Ολυμπιακός είναι μάγκας! Και μάγκας θέλουμε να παραμείνει και κριτική κάνουμε κυρίως και πρώτα από κάθε άλλη φορά όταν βλέπουμε πως λιγοστεύει η μαγκιά της ομάδας μέσα στο γήπεδο.
Τι τον πειράζει, τι τον ενοχλεί τον οπαδό του Θρύλου; Μια νίκη που δεν ήρθε; Μερικοί βαθμοί που χάθηκαν στο πρωτάθλημα; Η αλλοπρόσαλλη τακτική αντιμετώπιση των αγώνων από τον Ζίκο; Η συμμετοχή του Όσκαρ στην αριστερή πλευρά του κέντρου που δεν υφίσταται καν ως παίκτης και όχι πάνω στον άξονα που μπορεί να διαπρέψει; Η εξαφάνιση από την ενεργό δράση του Στολτίδη, του Λεντέσμα και του Ζαϊρί; Η παράταξη δύο, ενός ή και κανενός αμυντικού χαφ στον αγώνα με την ΑΕΚ ενάντια σε κάθε ποδοσφαιρική λογική ή η συμμετοχή τριών αμυντικών χαφ στον αγώνα ενάντια στην αδύναμη Λάρισα (επίσης ενάντια σε κάθε ποδοσφαιρική λογική); Οι μεταγραφές που δεν γίνονται ή γίνονται κατόπιν εορτής; Όχι βέβαια! Τίποτα από όλα αυτά δεν μας ενοχλεί και οπωσδήποτε τίποτα από όλα αυτά δε μας ενοχλεί περισσότερο από την εικόνα των ποδοσφαιριστών της ΑΕΚ που στη λήξη του παιχνιδιού μέσα στο Καραϊσκάκη (!) ορμούν μαινόμενοι στον διαιτητή μετά από έναν αγώνα που στον Ολυμπιακό δεν έχει μετρήσει καταφανέστατο γκολ και δεν έχουν αποβληθεί δύο παίκτες της ΑΕΚ, ενώ οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού αποχωρούσαν χαλαροί για τα αποδυτήρια.
Γίναμε ολυμπιακοί γιατί ο Ολυμπιακός είναι μάγκας, ας το καταλάβουν όλοι οι συντελεστές αυτής της ομάδας (από τον πρόεδρο μέχρι τον φροντιστή) πριν αναγκαστούν να το εξηγήσουν οι ίδιοι οι οπαδοί...